πειραχτικός

πειραχτικός
και πειρακτικός, -ή, -ό [πειράζω]
αυτός που αρέσκεται να πειράζει, να ενοχλεί τους άλλους, ειρωνικός, χλευαστικός, σκωπτικός, πειραχτήριο.
επίρρ...
πειραχτικά και πειρακτικά
με τρόπο πειραχτικό, ειρωνικά, χλευαστικά.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • πειραχτικός, -ή — και ιά, ό αυτός που πειράζει, ο ενοχλητικός, ο προσβλητικός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δριμύς — εία, ύ και δριμός, ή, ό και δριμιός, ιά, ιό (AM δριμύς, εῑα, ύ) 1. οξύς, αψύς, καυστικός στη γεύση ή την όσφρηση («δριμύ ξίδι») 2. σφοδρός, ορμητικός, βίαιος («δριμύς χειμώνας») 3. (για λόγο) α) δηκτικός, πειραχτικός β) δυνατός, έντονος,… …   Dictionary of Greek

  • κερτόμιος — και κερτόμεος, ον (Α) [κερτόμος] αυτός που κεντά την καρδιά, πειραχτικός, υβριστικός («κερτομίοις ἐπέεσσι Δία Κρονίδην ἐρέθιζον», Ομ. Ιλ.) …   Dictionary of Greek

  • πειρακτικός — ή, ό βλ. πειραχτικός …   Dictionary of Greek

  • διάβολος — διάβολος, ο και διάολος, ο 1. το πνεύμα του πονηρού, ο Σατανάς: Ο διάβολος σε βάζει σε πολλούς πειρασμούς. 2. άνθρωπος κακός, μοχθηρός και πονηρός: Πήρε διαζύγιο, γιατί ο άντρας της ήταν σωστός διάβολος. 3. άνθρωπος πανέξυπνος, πανούργος και… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κεντιά — η 1. κέντηση, σουβλιά: Του ’δωσε μια κεντιά με τη βελόνα. 2. πειραχτικός λόγος: Του πέταξε μια κεντιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μπηχτή — η επιθετικός υπαινιγμός, πειραχτικός λόγος: Έριχνε μπηχτές στους συναδέλφους της …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πικρός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που έχει πικρή γεύση: Πολλά αγγούρια είναι πικρά. 2. μτφ., λυπηρός, δυσάρεστος, πειραχτικός: Η αλήθεια είναι πικρή, μα πρέπει να λέγεται. – Μου μίλησε πικρά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τσούχτρα — η 1. έντομο που το τσίμπημά του προξενεί καυστικό πόνο. 2. το θαλασσινό ζώο ακαλήφη, η γλοιώδης μέδουσα των ελληνικών θαλασσών, η τσουλούφα, η θαλασσομάνα. 3. μτφ., άνθρωπος πειραχτικός, δηκτικός, σαρκαστής: Τι τσούχτρα είναι, τον στενοχώρησε τον …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”